κώδικας

Χειρόγραφο βιβλίο το οποίο χρησιμοποιούσαν κυρίως πριν από την εφεύρεση της τυπογραφίας. Ο όρος προέρχεται από τη λατινική λέξη caudex (αργότερα codex), που αρχικά σήμαινε κορμό δέντρου και γενικότερα ξύλο, και κατέληξε να δηλώνει κατά τη ρωμαϊκή εποχή τις ξύλινες πινακίδες που, επιχρισμένες με κερί, χρησίμευαν για την αναγραφή καταλόγων, σύντομων ανακοινώσεων κλπ. Οι κερωμένες πινακίδες ήταν γνωστές και στην Ανατολή ήδη από τα χρόνια του Ηρόδοτου, παράλληλα όμως γνώριζαν και την κατεργασία δερμάτων ζώων –κυρίως προβάτων– για την κατασκευή γραφικής ύλης, της διφθέρας (απ’ όπου και η τουρκοπερσική λέξη τεφτέρ, που παραφθαρμένη μεταφέρθηκε ως αντιδάνειο στη γλώσσα μας ως τεφτέρι). Η τεχνική αυτή τελειοποιήθηκε κατά τις αρχές του 2ου αι. π.Χ. στην Πέργαμο, έδρα της περίφημης βιβλιοθήκης και κέντρο μαζικής παραγωγής της νέας γραφικής ύλης, της περγαμηνής μεμβράνης, η οποία σταδιακά, έως τον 5o αι. μ.Χ., αντικατέστησε οριστικά τον δύσχρηστο και πολυδάπανο πάπυρο. Από τότε το χειρόγραφο βιβλίο γνώρισε μεγάλη διάδοση, αφού παντού μπορούσε να βρει κανείς την πρώτη ύλη για την κατασκευή της περγαμηνής. Όπως οι παπύρινοι βίβλοι, έτσι και το μεμβράνινο ή περγαμηνό βιβλίο είχε αρχικά μορφή κυλίνδρου (ειλητάριον, volumen), αργότερα όμως σκέφθηκαν να τετραγωνίσουν τα φύλλα της περγαμηνής και να τα διπλώσουν για να σχηματιστούν τα τετράδια, τα οποία τελικά ράβονταν μεταξύ τους στη ράχη. Ο τόμος που σχηματιζόταν έτσι ονομάστηκε και πάλι κ., αν και πολύ λίγο έμοιαζε πια με τις αρχέγονες κερωμένες πινακίδες. Επανάσταση στην ιστορία του βιβλίου και της παιδείας γενικότερα αποτέλεσε η διάδοση του χαρτιού ως γραφικής ύλης κατά τον 12o αι. Η απώτερη καταγωγή του ήταν κινεζική. Οι Βυζαντινοί το αγόραζαν αρχικά από τις αραβικές χώρες, ιδίως από τη συριακή πόλη Βαμβύκη (βαμβύκινος ή βομβύκινος χάρτης), από τον 13o αι. όμως το έφερναν από την Ιταλία, όπου είχαν ιδρυθεί πολλά εργοστάσια χαρτοποιίας (το καθένα με διαφορετικό σήμα, το οποίο αποτύπωναν με υδάτινες γραμμές –flligrane– σε κάθε κόλλα χαρτιού, γεγονός που σήμερα βοηθά πολύ στη χρονολόγηση του κ.). Πρόοδο στον τομέα της συντήρησης του χειρόγραφου βιβλίου αποτέλεσε η γενίκευση της βιβλιοδεσίας (στάχωσης), συνήθως με λεπτές ξύλινες σανίδες, επενδεδυμένες με δέρμα ή με έλασμα, που συχνά έφερε κοσμήματα και παραστάσεις. Ας σημειωθεί ότι τα βυζαντινά αλλά και τα μεταγενέστερα ελληνικά δεσίματα διαφέρουν από τα ευρωπαϊκά, γιατί τα καλύμματα του βιβλίου δεν εξέχουν, αλλά έχουν ακριβώς το ίδιο μέγεθος με τα φύλλα του βιβλίου, ενώ η ράχη του τόμου είναι επίπεδη και όχι κυρτωμένη. Ο τίτλος του κ. γραφόταν κατά μήκος της ράχης, καθώς μέχρι πριν από λίγους αιώνες τα βιβλία (χειρόγραφα και έντυπα) δεν τοποθετούνταν όρθια στα ράφια των βιβλιοθηκών, αλλά πλαγιαστά, το ένα πάνω στο άλλο. Σημαντική εξέλιξη παρατηρήθηκε και στη γραφή των κ. Στη Δύση έως τον 8o αι. η γραφή ήταν μεγαλογράμματη (με κεφαλαία γράμματα). Κατά την εποχή του Καρλομάγνου, μαζί με τη γενική άνοδο της πολιτιστικής στάθμης στην Ευρώπη, υιοθετήθηκε από τους αντιγραφείς λατινικών κ. μια απλούστερη, μικρογράμματη βασικά γραφή, που επικράτησε έως τον 12o αι. Τη διαδέχθηκε η αποκαλούμενη γοτθική γραφή, την οποία χρησιμοποιούσαν έως τα χρόνια της εφεύρεσης της τυπογραφίας και επιβίωσε στη Γερμανία, στα έντυπα πια βιβλία, έως τον 19ο αι. Στο Βυζάντιο η μικρογράμματη γραφή, που ήταν γνωστή από παλαιότερα, γενικεύτηκε τον 9o αι. Ευκρινής στην αρχή, έγινε τον 13o και τον 14o αι. εξαιρετικά πολύπλοκη και δυσανάγνωστη, εξαιτίας των ποικίλων βραχυγραφιών που υιοθετήθηκαν προς συμπλοκή των γραμμάτων. Από τον 15o αι. άρχισε να απλουστεύεται, για να καταλήξει στη σημερινή μορφή της κατά τον 19o αι. Η μεγάλη ζήτηση του βιβλίου κατά τον Μεσαίωνα, ιδίως μετά τη γενίκευση της χρήσης του χαρτιού, οπότε το κόστος των βιβλίων μειώθηκε σημαντικά, δημιούργησε μια ειδική τάξη παραγωγών βιβλίων, των αντιγραφέων ή κωδικογράφων. Τα μοναστήρια, τόσο στη Δύση όσο και στο Βυζάντιο, έγιναν σπουδαία κέντρα αντιγραφής χειρογράφων. Αλλά και διαπρεπείς λόγιοι, όπως ο Αρέθας, ο Βησσαρίων, ο Μάξιμος Πλανούδης, ο Φώτιος (βλ. αντίστοιχα λήμματα) κ.ά., ασχολήθηκαν με την αντιγραφή και τη συλλογή κυρίως φιλολογικών κ. Κατά τον 15o και τον 16o αι., οπότε η ζήτηση των κλασικών κειμένων από τους ουμανιστές της Δύσης ήταν μεγάλη, αναδείχθηκαν πολλοί δόκιμοι Έλληνες κωδικογράφοι (Μιχαήλ Αποστόλης και Αρσένιος Αποστόλης, Ιωάννης Ρώσος, Άγγελος Βεργίκιος, Ανδρέας Δαρμάριος κ.ά.). Σε όλους αυτούς, κωδικογράφους και συλλέκτες, οφείλεται κατά μεγάλο μέρος η διάσωση των έργων της κλασικής αρχαιότητας. Αξιοσημείωτο είναι ότι ενώ στη Δύση σχεδόν έπαψε η αντιγραφή κ. μετά την εφεύρεση της τυπογραφίας, στην τουρκοκρατούμενη Ανατολή, όπου δεν υπήρχαν επαρκή τυπογραφεία, εξακολουθούσαν να αντιγράφουν και να χρησιμοποιούν χειρόγραφα βιβλία έως τις αρχές του 19ου αι. Ιδιαίτερα πολύτιμοι από καλλιτεχνικής πλευράς είναι οι λειτουργικοί κ. (Ευαγγέλια, Ψαλτήρια, τρεις λειτουργίες κλπ.), όχι μόνο γιατί η γραφή τους είναι εξαιρετικά επιμελημένη αλλά και γιατί πολύ συχνά κοσμούνται με περίτεχνα αρχιγράμματα, πολύχρωμα επίτιτλα και θαυμάσιες μικρογραφίες (μινιατούρες). Είναι τα λεγόμενα ιστορημένα χειρόγραφα. Πολλές φορές τα χειρόγραφα αυτά είναι παλίμψηστα, το κείμενο δηλαδή έχει γραφεί πάνω σε παλαιότερο περγαμηνό κ., αφού πρώτα ο αφελής κωδικογράφος απέξυσε τα γράμματα του αρχικού κειμένου, που συχνά ήταν κάποιο κλασικό έργο. Σήμερα πάντως το αρχικό κείμενο των παλίμψηστων κ. μπορεί να διαβαστεί με τη βοήθεια ειδικής συσκευής ακτίνων X. Πολύτιμοι επίσης είναι οι λεγόμενοι πορφυροβαφείς κ. (purpurei), εκείνοι δηλαδή των οποίων τα φύλλα έχουν βαφεί κόκκινα και το κείμενο έχει γραφεί με χρυσή ή ασημένια μελάνη. Από άποψη περιεχομένου οι ελληνικοί κ. διακρίνονται κυρί ως σε θεολογικούς (Παλαιά και Καινή Διαθήκη, έργα Πατέρων της Εκκλησίας κ.ά.), σε λειτουργικούς (Ευαγγέλια, Ψαλτήρια, Μηναία, Τριώδια κ.ά.), σε φιλολογικούς (έργα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, κείμενα της βυζαντινής και νεοελληνικής φιλολογίας, εγχειρίδια γραμματικής κ.ά.), σε νομικούς (Νομοκάνονες, δηλαδή συλλογές ιερών κανόνων και πολιτικών νόμων του Βυζαντίου), σε ιατρικούς (ιατροσόφια, δηλαδή συλλογές ιατρικών συνταγών) και σε μουσικούς (σχεδόν όλοι με λειτουργική μουσική). Στο Βυζάντιο, που για πολλούς αιώνες υπήρξε ο μοναδικός συνεχιστής και φορέας της ελληνορωμαϊκής πολιτιστικής παράδοσης, δημιουργήθηκαν μεγάλες συλλογές χειρόγραφων κ., οι οποίες ανήκαν κυρίως σε πλούσια μοναστήρια, σε εκπαιδευτικά ιδρύματα ή σε δημόσιες βιβλιοθήκες. Το μεγαλύτερο μέρος από τους κ. αυτούς καταστράφηκε, εξαιτίας των πολεμικών αναστατώσεων, των πυρκαγιών, της υγρασίας και της έλλειψης κατάλληλων συνθηκών συντήρησης. Αλλά και από τους κ. που διασώθηκαν, ελάχιστοι έμειναν στους αρχικούς τους κατόχους. Κατά τους χρόνους της Αναγέννησης, διάφοροι φιλόμουσοι ηγεμόνες της Ευρώπης, ουμανιστές ή πνευματικά ιδρύματα, οργάνωναν ειδικές αποστολές στις ελληνικές περιοχές για την αναζήτηση και την αγορά –συχνά σε εξευτελιστικές τιμές– πολύτιμων χειρογράφων, ιδίως κλασικών συγγραφέων. Έτσι σχηματίστηκαν οι σπουδαίες συλλογές ελληνικών κ. στα μεγάλα ευρωπαϊκά κέντρα. Σήμερα σε ολόκληρο τον κόσμο υπάρχουν συνολικά περίπου 60.000 ελληνικοί κ., σχεδόν μικρογράμματοι στο σύνολό τους, δηλαδή μεταγενέστεροι του 9ου αι. Από τους ελάχιστους μεγαλογράμματους που σώθηκαν, αξίζει να μνημονευτούν οι τρεις παλαιότεροι (4ου-5ου αι.), που περιέχουν βιβλία της Αγίας Γραφής: ο Σιναϊτικός, ο Αλεξανδρινός (και οι δύο στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου σήμερα) και ο Βατικανός. Οι σωζόμενοι μεγαλογράμματοι κ. του 5ου και του 6ου αι. δεν ξεπερνούν τους τριάντα. Οι μεγαλύτερες και πολυτιμότερες συλλογές ελληνικών χειρόγραφων κ. υπάρχουν σήμερα στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού (περ. 4.900), στο Βατικανό (4.700), στο Βρετανικό Μουσείο (1.000), στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας (1.200), στην Αμβροσιανή Βιβλιοθήκη του Μιλάνου (1.100), στη Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη της Φλωρεντίας (1.300), στη Βοδληιανή Βιβλιοθήκη (Bodleian Library) της Οξφόρδης (1.000), στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Βιέννης (1.100), στο Ιστορικό Μουσείο της Μόσχας (700), στην Αγία Πετρούπολη (1.600) κ.α. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι εξαιρετικά πολύτιμοι, αφού αποκτήθηκαν ύστερα από προσεκτική επιλογή, και κατά κανόνα είναι παλαιότεροι του 16ου αι. Αντίθετα, αυτοί που απέμειναν στα παλαιά ελληνικά κέντρα της Ανατολής είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους νεότεροι, συχνά όμως σπουδαίοι για την εθνική ιστορία και φιλολογία. Στα ελληνικά αυτά κέντρα σώζονται σήμερα οι εξής αξιόλογες συλλογές κ.: μονή Σινά (2.300), Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως (1.500), Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και γύρω μονές (1.700), Πατριαρχείο Αλεξανδρείας (500) και Ρουμανική Ακαδημία του Βουκουρεστίου (όπου άλλοτε υπήρχαν οι βιβλιοθήκες του Ελληνικού Γυμνασίου και των Φαναριωτών ηγεμόνων, 1.400). Στην κυρίως Ελλάδα απαντώνται σήμερα περίπου 24.000 κ., από τους οποίους σχεδόν οι μισοί βρίσκονται στο Άγιον Όρος. Από τις υπόλοιπες συλλογές κ. αξιόλογες είναι οι εξής: Εθνικής Βιβλιοθήκης (2.800), μονών Μετεώρων (1.200), μονής Πάτμου (900), μονής Λειμώνος Λέσβου (400), Βιβλιοθήκης της Βουλής (400), Μουσείου Μπενάκη (340), Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας (300), συλλογής Διονυσίου Λοβέρδου (250), Βυζαντινού Μουσείου (200), μονής Ολυμπιωτίσσης Eλασσόνος (230), μονής Ζάβορδας (200) κ.ά. Για τις περισσότερες από τις συλλογές αυτές, ελληνικές και ξένες, έχουν δημοσιευτεί περιγραφικοί κατάλογοι που παρέχουν τις απαραίτητες πληροφορίες για τον κάθε κ., δηλαδή τον διακριτικό αριθμό που έχει η συλλογή, το υλικό από το οποίο είναι κατασκευασμένος (περγαμηνός, χάρτινος), τον αριθμό των φύλλων, τις διαστάσεις, τον χρόνο της γραφής του (που προσδιορίζεται με βάση το σημείωμα κολοφώνα, το οποίο ο κωδικογράφος έγραφε συνήθως στο τέλος του κ., ή συνάγεται έμμεσα από τον τύπο των γραμμάτων ή από τα υδάτινα σημεία του χαρτιού) και, τέλος, αναλυτικά τα περιεχόμενα του κ. Τις τελευταίες δεκαετίες έχει ενταθεί η κίνηση για την εξασφάλιση κατάλληλων συνθηκών συντήρησης των κ., ιδίως εκείνων που βρίσκονται έξω από τα μεγάλα αστικά κέντρα. Οι μοναστηριακές συλλογές τοποθετούνται σε μετάλλινες βιβλιοθήκες, για να εξασφαλιστούν από τους κινδύνους ενδεχόμενης πυρκαγιάς, και φωτογραφίζονται συστηματικά από μεγάλα επιστημονικά ιδρύματα, όπως η βιβλιοθήκη του Κογκρέσου των ΗΠΑ, το Κέντρο Ερευνών και Ιστορίας των Κειμένων στο Παρίσι, η Βαυαρική Ακαδημία, το Κέντρο Πατερικών Μελετών της Θεσσαλονίκης κ.ά. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι κ. έχουν πλέον ψηφιοποιηθεί και περιέχονται σε ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων (cd rom κλπ.). Τα αρχιγράμματα των κ. είναι σε πολλές περιπτώσεις αληθινά έργα τέχνης: από κ. του 14ου αι. του έργου Pharsalla του Λουκιανού (Τριβουλτσιανή Βιβλιοθήκη, Μιλάνο)· από κ. Φυσικής Ιστορίας του Πλίνιου του Πρεσβύτερου (Μαρκιανή Βιβλιοθήκη, Βενετία)· από κ. του 12ου αι. (Δημοτική Βιβλιοθήκη Ντιζόν, Γαλλία)· από το λεγόμενο Ευαγγέλιο του Έτερναχ του 690 (Εθνική Βιβλιοθήκη, Παρίσι)· από κ. του 14ου αι. (Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη, Φλωρεντία)· τέλος, από το βιβλίο του Κελς του 9ου αι. (Κολέγιο της Αγίας Τριάδας, Δουβλίνο). Βλ. λ. βιβλίο. (Νομ.) Σύνολο διατάξεων, διατυπωμένων με συστηματικό και οργανικό τρόπο, που ρυθμίζουν ολοκληρωτικά ή κατά το μεγαλύτερο μέρος ορισμένα νομικά θέματα. Η ιδέα της συλλογής των νόμων σε ενιαίο κείμενο με σκοπό τη διευκόλυνση της γνώσης και της εφαρμογής τους εμφανίζεται σε όλους τους λαούς, όταν φτάσουν σε έναν ορισμένο βαθμό πολιτιστικής ανάπτυξης· η ονομασία κ. δίνεται και σε αυτές τις παλαιότερες συλλογές, αν και η σημασία τους είναι διαφορετική από εκείνη των νεότερων κ. Ο αρχαιότερος γνωστός σήμερα κ. είναι αυτός του Ουρ Ναμού, θεμελιωτή της δυναστείας της Ουρ (Μεσοποταμία, 2050 π.Χ.), αλλά γενικότερα γνωστός είναι ο κ. του Χαμουραμπί, βασιλιά της Βαβυλωνίας (1728-1686 π.Χ.), του οποίου το κείμενο διασώθηκε χαραγμένο σε στήλη και φυλάσσεται στο Μουσείο του Λούβρου, στο Παρίσι. Η κωδικοποίηση των νόμων ήταν συνηθισμένη στις αρχαίες ελληνικές πόλεις, ειδικότερα στην Αθήνα, όπου ύστερα από παλαιότερες κωδικοποιήσεις, που ανάγονται στον Δράκοντα και στον Σόλωνα, έγινε η περίφημη κωδικοποίηση από επιτροπές που εργάστηκαν μεταξύ του 411 και του 401 π.Χ. Στο ρωμαϊκό δίκαιο ο όρος codex χρησιμοποιήθηκε στην αρχή για να δηλώσει ιδιωτικές συλλογές αυτοκρατορικών διαταγμάτων (με ισχύ νόμου, leges). Γνωστότεροι είναι ο Γρηγοριανός (Gregorianus) και ο Ερμογενειανός (Hermogenianus) κ. (3ος-4ος αι. μ.Χ.). Αργότερα, ο όρος κ. χρησιμοποιήθηκε για την ονομασία επίσημων νομοθετικών συλλογών, όπως ο Codex Theodosianus (438 μ.Χ.), από το όνομα του Θεοδοσίου Β’, που διαδόθηκε στους βαρβαρικούς λαούς (Lex Romana Visigothorum κ.ά.). Πασίγνωστος είναι εξάλλου ο Ιουστινειάνος κ. (βλ. λ.) του 529 μ.Χ. Ο κ. αυτός αποτελούσε μέρος ευρύτερης συλλογής των πηγών του ρωμαϊκού δικαίου, που περιλάμβανε τον Πανδέκτη (Digesta) –συλλογή αποσπασμάτων από τα έργα των παλιών νομοδιδασκάλων– και τις Εισηγήσεις (Institutiones), στοιχειώδη επιτομή του ρωμαϊκού δικαίου. Κατά τους επόμενους αιώνες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας εκδόθηκαν πολλοί επίσημοι κ., όπως ο Πρόχειρος Νόμος, η Επαναγωγή και τα Βασιλικά, από τους αυτοκράτορες Βασίλειο Α’ και Λέοντα ΣΤ’, ή ανεπίσημοι, όπως η Εξάβιβλος του νομοφύλακα Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνου Αρμενόπουλου (βλ. λ.). Στη δυτική Ευρώπη, οι πολυάριθμες κωδικοποιήσεις που έγιναν από τον Μεσαίωνα έως τις αρχές των νεότερων χρόνων απέβλεπαν περισσότερο στο να καταστήσουν προσιτά τα νομοθετικά κείμενα και λιγότερο στην ουσιαστική αναχώνευση ή ενοποίηση του δικαίου· και αυτό γιατί η πολιτικοκοινωνική (φεουδαρχική) και εθνολογική διάρθρωση της Ευρώπης είχε συνέπεια τη μεγάλη ανομοιογένεια των θεσμών. Η κωδικοποίηση, σύμφωνα με τη νεότερη έννοια του όρου, ως προσπάθεια ενοποίησης αλλά και μεταρρύθμισης του δικαίου ορισμένου κλάδου ή και του συνόλου των νομικών θεσμών, είναι έργο του νεότερου συγκεντρωτικού κράτους και ιδιαίτερα του φιλελεύθερου αστικού κράτους που προήλθε από τη Γαλλική επανάσταση. Πρότυπα τέτοιων κωδικοποιήσεων υπήρξαν οι γαλλικοί κ. των αρχών του 19ου αι.: αστικός (1804), εμπορικός (1808) και ποινικός (1811), των οποίων το παράδειγμα ακολούθησαν και άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Πρέπει να σημειωθεί, τέλος, ότι η σύγχρονη προσπάθεια κωδικοποίησης δεν περιορίζεται μόνο στο ιδιωτικό και ποινικό δίκαιο, αλλά αγκαλιάζει όλους τους νομικούς κλάδους. Κωδικοποιήσεις αποτελούν πραγματικά και τα κείμενα των διαφόρων συνταγμάτων και διακηρύξεων των δικαιωμάτων και ελευθεριών καθώς και οι διοικητικοί κ., ενώ ανάλογη προσπάθεια κωδικοποίησης γίνεται και στον τομέα του διεθνούς δικαίου. Στην Ελλάδα, η κωδικοποίηση του δικαίου αντιμετωπίστηκε και ως μέσο απλής συλλογής και γνώσης των πηγών (ιδίως των εθίμων) και ως μέσο ανανέωσης και ενοποίησης των θεσμών σύμφωνα με το πρότυπο του δυτικού φιλελευθερισμού. Η τάση αυτή είναι έκδηλη κατά τους χρόνους της Ελληνικής Επανάστασης και κατά τα πρώτα χρόνια του ελεύθερου κράτους. Κατά τα έτη 1834-35 έγιναν οι κυριότερες κωδικοποιήσεις: Οργανισμός των Δικαστηρίων και Συμβολαιογράφων, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, Ποινικός Νόμος, ενώ στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου απέκτησε προσωρινά ισχύ –ώσπου να ψηφιστεί νέος Αστικός Κώδικας– η Εξάβιβλος του Αρμενόπουλου και στον τομέα των εμπορικών συναλλαγών εισήχθησαν μεγάλα τμήματα του γαλλικού εμπορικού κ. Η προσπάθεια κωδικοποίησης επεκτάθηκε αργότερα και σε άλλους τομείς (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, Κώδικας Μεταλλείων, Κώδικας Δημοσίων Υπαλλήλων, Δασικός Κώδικας κ.ά.) και επαναλήφθηκε στους κλασικούς τομείς του αστικού και του ποινικού δικαίου, με αποτέλεσμα την κατάρτιση κατά τον 20ό αι. του Αστικού Κώδικα, του Ποινικού Κώδικα, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου, του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα ελληνικά Συντάγματα για να διευκολύνουν την κωδικοποίηση προέβλεψαν ειδική (συνοπτική) διαδικασία ψήφισης. Βλ. λ. δίκαιο. Πολύχρωμος επίτιτλος κώδικας του Αγίου Όρους· τα παγόνια συμβολίζουν την αθανασία, γι’ αυτό τα συναντάμε σε πολλούς χριστιανικούς ναούς. Δίστηλη σελίδα από κώδικα της μονής Βαρλαάμ των Μετεώρων· στην αριστερή σελίδα το τέλος του προηγούμενου κεφαλαίου και η χρονολογική σημείωση «έτους ζ ι θ’», δηλαδή 7019. Οι Βυζαντινοί χρονολογούσαν συχνά «από κτίσεως κόσμου», γεγονός που συνέβη, κατά τους υπολογισμούς τους, το 5508 π.Χ. Έτσι το έτος 7019 αντιστοιχεί με το 1511 μ.Χ. Μεσαιωνικό ποίημα σε κώδικα του 13ου αι. Μικρογραφία σε λειτουργικό κώδικα του 12ου αι., που εικονίζει τον όσιο Συμεών τον Στυλίτη. Κάτω αριστερά, περίτεχνο αρχικό Τ του κειμένου. Μικρογραφία από παπικό κώδικα του 15ου αι. Χαρακτικό του Μ. Χους (1499) με θέμα τη διαμάχη μεταξύ αντιγραφέων και πρώτων τυπογραφείων. Σελίδα αραβικού κώδικα του 8ου αι., που εικονίζει μια σκηνή πολιορκίας. Μικρογραφία παπικού κώδικα (15ος αι.). Λαϊκής τεχνοτροπίας γράμμα Τ σε λειτουργικό κώδικα του 18ου αι. της μονής Βαρλαάμ των Μετεώρων, με ιδιαίτερα έντονο το διακοσμητικό στοιχείο. Εικονογραφημένος κώδικας από τα Μετέωρα. Στήλη από βασάλτη, στην οποία είναι χαραγμένος ο Κώδικας του Χαμουραμπί. Στην κορυφή εικονίζεται ο βασιλιάς κοντά στον θεό Σάμας (Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι).
* * *
και κώδιξ και κώνδικας και κώντικας, ο (Μ κῶδιξ και κῶνδιξ, -ικος, και κώδηξ, -ηκος)
1. συλλογή διάσπαρτων νομικών κειμένων στην οποία γίνεται συστηματική κατάταξη τών κανόνων δικαίου (α. «Ιουστινιάνειος Κώδιξ» β. «Κώδικας τού Χαμμουραμπί» γ. «Ναπολεόντειος Κώδικας»)
2. τύπος συλλογής αρχαίων χειρογράφων από πάπυρο, περγαμηνή ή χαρτί, συγκροτημένων σε ενιαίο σώμα υπό μορφήν βιβλίου, σε αντιδιαστολή με τους κυλίνδρους ή τις κηρωμένες πλάκες (α. «Κώδικες Ομηρικών Επών» β. «Σιναϊτικὸς κῶδιξ»)
3. βιβλίο στο οποίο αναγράφονται κρατικά ή εκκλησιαστικά πρακτικά
νεοελλ.
1. (νομ.) συστηματικά και μεθοδικά καταρτισμένο σύνολο διατάξεων που ανήκουν στον ίδιο κλάδο δικαίου («Αστικός Κώδικας»)
2. σύστημα αρχών, κανόνων ή οδηγιών που αναφέρονται σε ένα θέμα («κώδικας καλής συμπεριφοράς»)
3. (βιολ. -πληροφ.) οργανωμένη αντιστοιχία ενός συστήματος σημάτων προς ένα άλλο, διαφορετικό σύστημα
4. (επικοιν.) σύστημα συμβόλων χρησιμοποιούμενο για την κρυπτογράφηση και αποκρυπτογράφηση κειμένων
5. φρ. α) «βιολογικός κώδικας»
βιολ. ο γενετικός κώδικας
β) «γενετικός κώδικας»
(βιολ. -βιοχ.) το σύστημα τών "συμβόλων" με τα οποία είναι "εγγεγραμμένες" στα νουκλεϊκά οξέα οι γενετικές "πληροφορίες" και ο μηχανισμός μεταβίβασης και "αποκρυπτογράφησής" τους
γ) «διεθνής κώδικας σημάτων»
ναυτ. ειδικό λεξικό σημάτων με τα οποία οι ναυτικοί μπορούν να συνεννοούνται όταν τα σκάφη τους βρίσκονται εν πλω
δ) «κρυπτογραφικός κώδικας» — σύστημα για κρυπτογράφηση ή αποκρυπτογράφηση κειμένων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. codex, -icis «συγγραφή, κατάλογος, δέλτος». Η γραφή κώδηξ δεν είναι ορθή].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κώδικας — ο кодекс – 1) книга, описывающая все движимое и недвижимое имущество монастыря; 2) рукописная книга с текстами, относящимися к древней или средневековой литературе (церковной или светской) …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • κώδικας — ο (λ. λατ.) 1. συλλογή νόμων: Υπάρχει ο ιουστινιάνειος κώδικας. 2. σύστημα αρχών και κανόνων που αναφέρονται σε κάποιο θέμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κώδικας — [кодикас] ουσ. а. код …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • κώδικας, γενετικός — Βλ. λ. γενετικός κώδικας …   Dictionary of Greek

  • Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας — (ΚΟΚ). Νομοθετική ρύθμιση που περιέχει τις κυριότερες διατάξεις για την κίνηση των οχημάτων και τους κανόνες οδήγησης και συμπεριφοράς, κυρίως των οδηγών αλλά και των πεζών, για την εύρυθμη λειτουργία των συγκοινωνιών και την αποφυγή ατυχημάτων.… …   Dictionary of Greek

  • Ναπολεόντειος Κώδικας — Αστικός κώδικας που δημοσιεύτηκε στη Γαλλία το 1804. θεωρείται το σημαντικότερο νομοθετικό έργο του Ναπολέοντα και αποτελείται από 2.281 άρθρα. Διαιρείται σε τρία μέρη: στο δίκαιο των προσώπων, στο δίκαιο του αντικειμένου και των ειδών της… …   Dictionary of Greek

  • γενετικός κώδικας — Φυσικό σύστημα κωδικοποίησης των γενετικών πληροφοριών που συναντάται σε όλους τους οργανισμούς ζώων, φυτών, βακτηριδίων και ιών. Ο κώδικας αυτός βρίσκεται στα γονίδια με τη μορφή νουκλεοτιδίων, οι οποίες αντιστοιχούν σε συγκεκριμένα αμινοξέα. Ο… …   Dictionary of Greek

  • Αλεξανδρινός κώδικας — Ένα από τα σπουδαιότερα ελληνικά χειρόγραφα της Βίβλου. Ανάγεται στον 5ο αι. μ.Χ., είναι γραμμένο σε μεγαλογράμματη γραφή και προέρχεται από την Αίγυπτο. Περιέχει την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, εκτός από κάποια τμήματα της Γένεσης, του Α’… …   Dictionary of Greek

  • Ερμογενειακός Κώδικας — (Hermogenianus Codex). Συλλογή που περιέχει διατάξεις των αυτοκρατόρων του ρωμαϊκού κράτους. Η συλλογή συντάχθηκε στο Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος από τον νομικό Ερμογένη το 314 324 μ.Χ. και αποτελεί συμπλήρωμα μιας άλλης συλλογής του Γρηγοριανού… …   Dictionary of Greek

  • Σιναϊτικός κώδικας — Αρχαιότατο χειρόγραφο της Αγίας Γραφής, που βρίσκεται, στο μεγαλύτερο μέρος του, στο Βρετανικό Μουσείο …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.